Ξεραντζαρίδιν

Αναθεώρηση ως προς 07:27, 7 Μαΐου 2018 από τον Eleni Krekou (συζήτηση | συνεισφορές) (Νέα σελίδα με '{{Λέξη |acronym=Ξεραντζαρίδιν (το) |etymologia= |simasiologia= αδύνατον, ισχνόν |proelefsi= }} __TOC__ ==Ετυμολογία...')
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Ξεραντζαρίδιν (το)

Ετυμολογία

Σημασιολογία

αδύνατον, ισχνόν

Παραδείγματα

«Ξεραντζαρίδιν άλο(γ)ον, καταλυμός τ' ασ̌έρου», φρ. = όταν κάποιος είναι λιγνός και όσον και να φάει δεν παχαίνει

Μέρος του Λόγου

Συγγενικές Λέξεις

Συνώνυμα

Πηγές

  • http://wikipriaka.com/gr/view/1/Α
  • "Ετυμολογικό λεξικό της ομιλουμένης κυπριακής διαλέκτου", Κυριάκου Χατζιωάννου
  • "Κυπριακές Ιατρικές Λέξεις", 2017, Μάριος Κυριαζής, Επιμέλεια Γιώργος Γεωργίου, Εκδόσεις Επιφανίου, Κύπρος (ISBN13: 9789963271337).